1. Γύρισε στο σπίτι αργά το απόγευμα ύστερα από μια πολύ κουραστική μέρα. Όλο το βράδυ δεν είχε κλείσει μάτι. Ξυπνούσε ιδρωμένη από φριχτούς εφιάλτες. Όταν χτύπησε το ξυπνητήρι ήταν ήδη ξύπνια με πρησμένα μάτια.
Όλη τη μέρα σκεφτόταν τη στιγμή που θα γυρνούσε στο σπίτι και θα έπεφτε στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Ήθελε να του διηγηθεί τα όνειρα που τη βασάνιζαν όλο το βράδυ και να του πει τα νέα της.
Όταν έφτασε σπίτι άκουσε το νερό να τρέχει στο μπάνιο. Έβαλε λίγο κόκκινο κρασί και βυθίστηκε στην πολυθρόνα. Ξύπνησε μετά από άλλον ένα εφιάλτη. Έβλεπε πως βρισκόταν στην αυλή ενός σπιτιού και την πλησίαζε από μακριά ο Φώτης με ένα άσπρο κοστούμι. Ξαφνικά έπιασε μια μπόρα, μόνο που η βροχή ήταν κόκκινη και λέρωσε το κοστούμι του.
Ήπιε μονορούφι το κρασί που είχε δίπλα της και κοίταξε το ρολόι. Είχαν περάσει ήδη σαράντα λεπτά από την ώρα που αποκοιμήθηκε. Το νερό ακόμα ακουγόταν από το μπάνιο. Πλησίασε και χτύπησε την πόρτα. «Φώτη είσαι μέσα; Τι κάνεις τόση ώρα; Φώτη;»
Την έπιασε κρύος ιδρώτας. Άνοιξε την πόρτα και έτρεξε προς την μπανιέρα που είχε ξεχειλίσει. Έβαλε τις φωνές και προσπάθησε να τον βγάλει έξω. Ήταν κατάχλωμος και βυθισμένος στο κατακόκκινο από το αίμα του νερό.
Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Είχε δει σε μια ταινία κάποιον να δένει τις κομμένες φλέβες με κάλτσες και αποφάσισε να το κάνει και αυτή αφού πρώτα κάλεσε ασθενοφόρο.
Δυο μήνες πριν το περιστατικό της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί όμως η Μαίρη δεν ένοιωθε έτοιμη. Έτσι αποφάσισαν να συνεχίσουν τη συγκατοίκηση μέχρι να αποφασίσουν πως θα συνέχιζαν τη ζωή τους.
Εκείνο το βράδυ της είχε δώσει τελεσίγραφο: ή θα τον παντρευόταν ή θα χώριζαν. Ύστερα από ένα μεγάλο καυγά αυτή σηκώθηκε και έφυγε. Είχε νιώσει πολύ πιεσμένη. Γύρισε αργά το βράδυ όταν αυτός είχε ήδη κοιμηθεί, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ο Φώτης την είχε ακούσει να μπαίνει στο δωμάτιο στις μύτες των ποδιών της. «Αν ήθελε πραγματικά να τα βρούμε θα με είχε ξυπνήσει.» σκέφτηκε.
Μετά τους φριχτούς εφιάλτες, η Μαίρη πήγε ξάγρυπνη στη δουλειά και όλη μέρα προσπαθούσε να συγκεντρωθεί αλλά δεν τα κατάφερε. «Αφού με αγαπάει και τον αγαπάω, τι είναι αυτό που με εμποδίζει να δεχτώ την πρότασή του;» σκέφτηκε. Έβγαλε το δαχτυλίδι που είχε δυο μήνες κρεμασμένο στο λαιμό της και το πέρασε στο δάχτυλό της. Είχε πάρει την απόφασή της και θα του την ανακοίνωνε μόλις γυρνούσε.
Περίμενε με αγωνία στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου όταν οι γιατροί της είπαν ότι είχε προλάβει να τον σώσει και ότι μπορούσε να τον δει καθώς είχε βρει τις αισθήσεις του.
Άνοιξε τα μάτια του και μόλις την αντίκρισε έβαλε τα κλάματα. Η Μαίρη δακρυσμένη του χάιδεψε τα μαλλιά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον κοίταξε κατάματα. «Το ξέρω ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή αλλά θέλω να σου πω πως σε αγαπάω…»
«Και εγώ σε αγαπάω» της είπε αυτός αδύναμα. Η Μαίρη ακούμπησε τα δάχτυλά της στα χείλη του. « Άφησέ με να τελειώσω. Όταν γύρισα από τη δουλειά ήμουν έτοιμη να σου ανακοινώσω ότι ήθελα να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου.»
Την κοιτούσε απορημένος αν και βαθιά μέσα του ένιωθε την κατάληξη.
«Σήμερα προσπάθησες να βάλεις τέλος στη ζωή σου και δεν τα κατάφερες γιατί ήμουν εκεί δίπλα σου και ήμουν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέσης μας. Κόβοντας τις φλέβες σου όμως ίσως δεν υπολόγισες ότι έκοβες και εμένα.»
Έβγαλε το δαχτυλίδι και το άφησε στο τραπεζάκι. Ο Φώτης προσπάθησε να της σφίξει το χέρι αλλά δεν τα κατάφερε, ήταν πολύ αδύναμος ακόμα. Καθώς πλησίαζε προς την πόρτα, γύρισε το κεφάλι της και τον είδε να κλαίει με λυγμούς. «Να προσέχεις.» του είπε και έφυγε.
Μετά από πέντε περίπου χρόνια τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν κάπου στον δρόμο. Αγκαλιάστηκαν και αντάλλαξαν χαμογελαστοί μερικές αμήχανες κουβέντες. Της έπιασε το χέρι. «Μαίρη…συγνώμη» της είπε βουρκωμένος. Αυτή τον φίλησε στην ουλή που είχε ακόμα στο εσωτερικό του χεριού του και χάθηκε στο πλήθος.
