Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΠΑΝΙΕΡΑ 1

2. «Σε γνώρισα μια μέρα που όλα μου πήγαιναν στραβά. Την τελευταία στιγμή αποφάσισα να έρθω μήπως και αλλάξει η διάθεσή μου. Ήσουν γυμνή μέσα σε μια μπανιέρα με ροδοπέταλα. Ήσουν σαν όνειρο. Ενώ οι υπόλοιποι υποκλίθηκαν στο κοινό, εσύ παρέμεινες μέσα στη μπανιέρα. Κανένας δεν αντιλήφθηκε μέσα στο σκοτάδι ότι η μοντέρνα Σταχτοπούτα ήταν ακόμη εκεί.
Καθώς πήγαινα να συγχαρώ τους ηθοποιούς, έριξα μια ματιά στη σκηνή. Κάτι με ώθησε να σε πλησιάσω, κανείς δεν θα το αντιλαμβανόταν, όλοι ήταν πολύ απασχολημένοι.
Έκλαιγες με λυγμούς γυμνή ανάμεσα στα ροδοπέταλα. Σε κοιτούσα πολλή ώρα μέχρι να καταλάβεις την παρουσία μου. Με κοίταξες με τα κατακόκκινα γλυκά σου μάτια και, χωρίς να διστάσεις, μου μίλησες: «Μπες μέσα, έχει χώρο» , και μου άπλωσες το χέρι.
Υπνωτισμένος από την απαλή σου φωνή, πλησίασα περισσότερο. «Πρέπει να βγάλω και τα ρούχα μου;» σου είπα και γέλασες με την ψυχή σου. Τα μάτια σου ήταν ακόμα υγρά και το χαμόγελό σου έλαμπε. Ήσουν κάτι σαν άγγελος, όπως τους περιγράφουν τα βιβλία.
Μπήκα μέσα στη μπανιέρα και μου κρατούσες τα χέρια σαν να με ήξερες από πάντα. Δεν μιλούσαμε, απλώς κοιταζόμασταν μέσα στα μάτια. Ένιωθα πως μπορούσες να δεις την ψυχή μου. Ένιωθα πιο γυμνός από και από ‘σένα. Σε αγκάλιασα και σου χάιδεψα τα μαλλιά. Έκλαψες για πολλή ώρα. Δεν ήξερα πως μπορούσα να δεθώ έτσι με μια άγνωστη. Δεν με ένοιαζε που δεν σε γνώριζα ούτε που δεν ήξερα το λόγο που έκλαιγες. Ήθελα μόνο να είμαι δίπλα σου, να σου απαλύνω τον πόνο για να μπορέσω αργότερα να ξαναδώ το αγγελικό χαμόγελό σου.
Δέκα χρόνια δεν σε άφησα από τα μάτια μου. Ήσουν η ανάσα μου και δεν θα άντεχα να σε χάσω. Μόνο που δεν ένιωσα τον κίνδυνο που σε πλησίαζε. Δεν μπόρεσα να το διαισθανθώ.»
Ένας χρόνος είχε περάσει που η Εύη βρισκόταν σε κώμα. Ένας χρόνος γεμάτος τύψεις, θλίψη και επισκέψεις στο νοσοκομείο.
Πριν ένα χρόνο ήθελε να της κάνει έκπληξη και πήγε απροειδοποίητα στη δουλειά της να την πάρει με το αμάξι. Θα την πήγαινε σε μια ταβέρνα στη λίμνη. «Πάνο μου γιορτάζουμε τίποτα σήμερα;»
Την κοίταξε με χαμόγελο «κάθε μέρα είναι γιορτή μαζί σου αγάπη μου» της απάντησε και παρατήρησε το πρόσωπό της που ήταν πανέμορφο ακόμα και ύστερα από μια πολύ κουραστική μέρα.
Το σκυλάκι ήταν από ώρα στο δρόμο αλλά. όταν ο Πάνος γύρισε το βλέμμα του, ήταν πλέον αργά για να φρενάρει. Το αμάξι αναποδογύριζε για αρκετή ώρα μέχρι που το σταμάτησε ένα δέντρο. Πριν τυλιχτεί στις φλόγες, ο Πάνος κατάφερε, παρ’ όλο που ήταν βαριά πληγωμένος, να βγάλει έξω την Εύη. Όμως η ζημιά είχε γίνει…
«Δεν ήξερα αγάπη μου. Με θάμπωσε η ομορφιά σου, όπως και κάθε μέρα. Δέκα χρόνια τώρα κάθε φορά που σε κοιτάω μαγνητίζομαι. Συγχώρεσέ με ψυχή μου, ανάσα μου… τριανταφυλλένια μου.»
Έκλαψε μέχρι που τον πήρε ο ύπνος πάνω στο χέρι της. Ξύπνησε λίγες ώρες μετά γιατί είδε στο όνειρό του πως έβρεχε ροδοπέταλα και ότι του τραβούσε το χέρι η Εύη. Πριν προλάβει να συνέλθει είδε το χέρι της να κουνιέται. Άρχισε να φωνάζει για να έρθει ο γιατρός. Η πιο όμορφη κουβέντα που είχε ακούσει ένα χρόνο τώρα:«Ως από θαύμα έχει αρχίσει να συνέρχεται.» είπε η ευγενική νοσοκόμα. Την αγκάλιασε πάνω στη χαρά του και έκλαψε σαν μικρό παιδί.