Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Zemounίστες


Hazaull
Hazeull

Μια φορά και έναν του χρόνου υπήρξε το Μέρος G-Αλέξης!!!
Το 5,420mb ήταν αυτές οι δυο και άλλοι τόσοι.
Δεν ήθελαν να είναι αλλά έτυχε λόγω υπερβολικής κυτταρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου.
The fact is: Από τη Geyi μετανάστευσαν στον Ζemoun γιατί μας πλήγωσε…
(σε flashback)
Ψάχνουμε μια δουλειά (-Mathus: «Ποια δουλειά; Εδώ ήρθατε για να χαρείτε. Κάντε το λοιπόν.)
Χτίζουμε barΥΤΗΤΑ, ζητάμε βοήθεια από τους παριπλανώμενους Ζemounίστες
Γίνεται «ατύχημα». Το «κλάμα» γίνεται κλάμα.
Φέρνουμε βαρύτητα, «πανικός»-«παρηγοριά»-«επαφή»-«έρωτας»
Lenaull-Borin=Έρωτας αλλά…δεν μπορεί-«απόρριψη», κλαίει και την παρηγορούμε, «φόβος», δεν ξανά αγγίζει άλλον, «απογοήτευση»
Zenar: την παρηγορεί και ο Borin «θυμώνει», του λέμε ότι είναι «ζήλεια», τα αρνείται («εγωισμός»)
Ο Borin παραδέχεται («ειλικρίνεια») και θέλει να «επανορθώσει».
Η Lenaull όμως «συνήθισε» με τον Zenar
Η Floeu θέλει τον Zenar, με πονηριά γίνεται «φίλη» με τη Zenaull
Τελικά η Floeu νιώθει πραγματική φίλη της Zenaull-λίγο προδομένη
Η Floeu για να ξανά κερδίσει τη φίλη της παραιτείται από την ιδέα του Zenar και προσπαθεί να πείσει τον Borin να την διεκδικήσει
Η Lenaull χωρίζει με τον Zenar ο οποίος ενθουσιάστηκε με την πράξη της Floeu και την ερωτεύεται
Η Lenaull «μετανιώνει» και ζητά συγνώμη από τη Floeu η οποία της λέει να μην ασχολείται με τον Borin («θα βρει μόνος του τη γραμμή…»)
Lenaull-«μοναξιά»
Ο Borin βρίσκει τη δύναμη να παραδεχτεί τον Έρωτα




Και έζησαν αυτοί μακριά και εμείς κοντά τους!!!!
Ξέρω πολλούς στην ηλικία των γονιών μου που όταν ήταν νέοι δούλευαν για να σπουδάσουν τον εαυτό τους. Είναι αξιοζήλευτο όταν μικρά παιδιά ξέρουν τι θέλουν, έχουν όνειρα και παλεύουν γι' αυτά. Πραγματικά αξιοζήλευτα είναι όμως και κάτι σημερινά παιδιά που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν κάθε όνειρο για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους. Οι γονείς πλέον σ' αυτή τη χώρα δεν παλεύουν να βγάλουν χρήματα, παλεύουν να βρουν δουλειά για να σταματήσουν να παίρνουν χρήματα από τα παιδιά τους. Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Δεν μπορώ να φανταστώ τη θλίψη και την απελπισία των ανθρώπων που αναγκάζονται να χάσουν την αξιοπρέπειά τους και να ξεχάσουν τις ηθικές αρχές τους στο όνομα της φτώχειας. Όμως πως θα γίνει; Δεν θα κάνουμε παιδιά; Θα κάνουμε. Είναι όμως ρίσκο, ειδικά σε μια χώρα σαν κι αυτή που οι ισορροπίες είναι εύθραυστες...

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

έζησε αυτή καλά, ή εμείς καλύτερα;

Ήταν μια φορά κ έναν καιρό, να πούμε, μια πιτσιρίκα που ζούσε εκεί ψηλά σε ένα κάστρο. Πες ότι ήταν πριγκήπισσα!
Για να μη στα πολυλογώ, η τύπισα ήθελε να βρει γκόμενο κ αποφάσισε να πάει σε άλλα μέρη.
Πήρε που λες ένα ταξάκι, κάρο, αεροπλάνο (ό,τι θες τέλος πάντων!)....μάλλον όχι, ποδαράτη πήγε στο πρώτο χωριό κ εκεί συνάντησε έναν ταξιτζή, αμαξά, πιλότο (οτι θες τελος πάντων!).
Ο τυπάς της λέει: "κοπελιά σε πάω όπου θες"
κ αυτή του απαντά: "συγνώμη αλλά δεν έχω λεφτά να σου δώσω"
"δεν ζητάω να μου δώσεις τίποτα" της λέει αυτός κ την παίρνει στο όχημά του.
Στην πρώτη μεγάλη πόλη που συναντούν η κοπέλα ζητάει απο τον ταρίφα να την αφήσει.
"ευχαριστώ" του λέει αυτή φεύγοντας.
Το λοιπόν η πιτσιρίκα βρίσκει έναν πλούσιο που της τάζει τον ουρανό.
Αυτήν δεν την πολυενδιαφέρει ο ουρανός αλλά πιο πολύ το να τηρήσει την υπόσχεσή του
(επειδή η κοπέλα ήταν από απομακρυσμένη περιοχή δεν σημαίνει οτι ήταν κ τούβλο, μη νομίζεις!)
ο μ,,,,,, δεν τηρεί αυτό που της είπε κ η τύπισσα παίρνει τον οβολόν της κ την κάνει με ελαφρά.
Καθώς περπατά η ταλαίπωρη...ΤΣΟΥΠ να κ ο τυπάς με την μηχανή ή κάρο, anyway!
Γίνεται ακριβώς η ίδια κουβέντα με πριν και στην επόμενη πόλη η κοπέλα συναντά έναν άλλο μ,,,,, που της τάζει τον ουρανό με τα άστρα κ γίνεται παλι το ίδιο!
(καλά λέει η Κάρι Μπράτσω περι ίδιων λανθασμένων επιλογών!!!)
κ πάλι ΤΣΟΥΠ ο καπετάνιος ή πιλότος
κ πάλι η τυπισσα κ τα γραφικά της λόγια
κ ένας μ,,,,,,, πάλι που της τάζει τον ουρανό με τα άστρα κ όλο το ηλιακό σύστημα
κ πάλι της κοπελιάς το νευρικό σύστημα................................................to be continoued!!!
Επιστροφή στη γη
επιστροφή στο ψέμα
άφησα πριν την αυγή
το πιο γλυκό σου βλέμμα

Τον ίδιο ουρανό βλέπουμε μάτια μου
φωτίζει σαν σε χάνω...

έκοψες τον ειρμό μου με το τηλεφώνημα!

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

ρε το ξεχασα...

Δάκρυα χημικά
λουλούδια από πέτρα
στρουμφάκια από μακριά
τα βήματά τους μέτρα...

Ήταν για κάποιο δεκέμβρη που γινόταν κάποιος πόλεμος...
μέχρι να γράψω τους πρώτους δύο στίχους έχασα τους υπόλοιπους και απλά συμπλήρωσα με κάτι άλλο...anyway! Ελπίζω να ολοκληρωθεί κάποια στιγμή!!!

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Σχήματα περίεργα γυρνάνε στο μυαλό μου
σαν κατάλευκα πουλιά
μια νύχτα σ' αναζητήσαν στο πλευρό μου
και θυμηθήκαν τα παλιά

που πήγαν τα όνειρά σου
που χάθηκες και εσύ
άνοιξες πάλι την ψυχή σου
σαν να 'τανε πανί

Λόγια απεριόριστα ηχούνε στα αυτιά μου
σαν ινδιάνικα ριτά
μια μέρα ανακαλύψαν την καρδιά μου
αλλάξαν χτύπο ξαφνικά

ΔΡΑΚΟΣ

Μια μέρα, καθώς εξερευνούσα τον ψυχικό μου κόσμο, είδα πως είναι λίγο σκοτεινά εκεί μέσα έτσι προσπάθησα να αποσπάσω την προσοχή μου με μια χειροτεχνία. Πήρα χαρτόνια και μπογιές και ξεκίνησα. Δεν ήμουν σίγουρη τι θα έβγαινε, άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο. Ένωνα τα χαρτιά μεταξύ τους ολόκληρους μήνες. Έκοβα και έβαφα μερόνυχτα. Ο ψυχικός μου κόσμος όμως δεν άναψε ούτε ένα μικρό φωτάκι. Έτσι συνέχισα τις προσπάθειες. Μια μέρα έπρεπε να φύγω. Πήρα μαζί μου και τη βαλίτσα με τον ψυχικό μου κόσμο και την χειροτεχνία η οποία έπαιρνε την τελική της μορφή. Έμοιαζε με δράκο. Ναι, ήταν δράκος. Την μέρα που τον τελείωσα ένιωσα ξαλαφρωμένη. Έτσι τον έβαλα στον ώμο μου και άρχισα να τριγυρνάω. Τον είδε μια φίλη μου "θα σε φάει" μου είπε. Γέλασα. Τον είχα φτιάξει με τόση αγάπη που δεν πίστευα ποτέ ότι θα κάνει κάτι τέτοιο. Τον είδε και άλλη μια φίλη "θα σε κατασπαράξει" μου είπε. Πάλι γέλασα. Ήμουν τόσο σίγουρη ότι τον έφτιαξα για καλό σκοπό. Ένα βράδυ, ενώ κοιμόμουν, δράκος μπήκε κρυφά στον ψυχικό μου κόσμο και άρχισε να τον τρώει σιγά και βασανιστικά. Είχαν δίκιο τελικά. Άρχισα να έχω μεγάλο πόνο μέσα μου. Μια μέρα προσπάθησα να τον βγάλω αλλά κατάλαβα ότι είχε ριζώσει βαθειά μέσα μου. Ήθελε να φάει ότι είχε απομείνει ζώντανο. Έπρεπε να συμβιβαστώ με αυτόν μέχρι να βρω τρόπο να τον βγάλω. Έτσι και αλλιώς ο μόνος τρόπος να φύγει ήταν να φάει μέχρι να αδειάσω και μετά να πεθάνει. Έτσι θα μπορούσα μετά να κάνω...ανακαίνιση. Ακόμα τρώει αλλά έχω ήδη αρχίσει να μαζεύω καινούριο υλικό. Δεν νιώθω καλύτερα ακ'όμα αλλά ανυπομονώ να δω τον καινούριο μου εαυτό...χωρίς δράκους, μόνο πεταλούδες!

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

(μυρίζει ελευθερία)

Χαμένοι άνθρωποι
στην ξέφρενη γη τη θλίψη του γλεντάνε
να ξεφύγουν τραγουδάνε
Θαμμένες αγάπες
στο ντουλάπι της νιότης τα χρόνια περνάνε
ανέκφραστες γερνάνε...

Ρολόι τρελό μην προχωράς
σταμάτα τους δείκτες να κουνάς
χάθηκε η αρχή και ήρθε το τέλος
μπροστά σου ένας τοίχος χτισμένος

Τεράστια μάτια
με βλέμα τρυφερό σε κοιτάζουν
τα λάθη μας ακόμη σε τρομάζουν
Φωτεινή άνοιξη
τα φτερά μας και αν ακόμα καούν
δεν θα πάψουν ποτέ τους να ποθούν
...ελευθερία.

Μάσκες

Μάσκες όλοι μας φοράμε
και σε στενά σοκάκια προχωράμε
αναζητάμε
Αναζητάμε κούνιες στους παλιούς μας χρόνους
και ταξιδεύουμε με πλοία σε καινούριους τόπους
και ξενυχτάμε
Ξενυχτάμε σε μπαράκια με ποτά και μόνοι
και ύστερα ξεχνάμε αυτό που αλήθεια μας λυτρώνει
και ξεπερνάμε
Ξεπερνάμε ιδέες παλιών καιρών
σαν να ΄ταν φλόγα μικρών κεριών
ξεφυσάμε
Ξεφυσάμε να φύγει απο μέσα μας η σκόνη
να πάει αλλού, στο απέναντι μπαλκόνι
χοροπηδάμε
Χοροπηδάμε ώσπου να σπάσει η πλάκα της μονοτονίας
σα να 'ναι επεισόδιο παλιάς καλής ταινίας
και προχωράμε
Προχωράμε στα σοκάκια τα στενά
με όπλα μάσκες και λεφτά
και πολεμάμε
Μάσκες όλοι μας φοράμε.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

ΧΑΠΙ ΕΝΤ!!!

Μεγαλώσαμε σε διαφορετικά χωριά. Στον χάρτη το ένα δίπλα στο άλλο, στην πραγματικότητα χιλιόμετρα μακριά. Σε είδα μια φορά στη μέση και σε αγάπησα, σε άκουσα μια φορά και σε ερωτεύτηκα, σε άγγιξα μια μοναδική φορά και σε λάτρεψα. Τα βουνά ανάμεσά μας τόσο όμορφα μα έκοβαν τον έρωτα στη μέση. Οι θάλασσες ονειρεμένες μα βούλιαζαν μέσα τα όνειρά μας.
Κάποια φορά προσπάθησα να έρθω κοντά σου. Σκαρφάλωσα στα βουνά και περπάτησα στις πεδιάδες. Κολύμπησα στις θάλασσες. Πέρασα την πλατεία του χωριού σου. Έφτασα στην πόρτα σου... μα δεν χτύπησα. Ο φόβος μέσα μου δεν με άφησε. Δεν ήξερα αν η αγκαλιά σου ήταν άδεια για να με δεχτεί. Δεν ήξερα το στόμα σου αν φιλάει άλλα χείλη. Δεν ήξερα στον ύπνο σου ποια ακούει τη γλυκιά σου ανάσα. Και έτσι έφυγα, με άδεια χέρια. Με σκυμμένο το κεφάλι πήρα το δρόμο του γυρισμού. Κολύμπησα, περπάτησα, σκαρφάλωσα. Τρεις μέρες πέρασαν και φάνηκαν σαν δυο λεπτά. Είχα χάσει τον χρόνο, τον τόπο, το μυαλό μου...
Μόλις έφτασα έξω απ' το σπίτι μου είδα ένα φως. Πλησίασα... ήσουν εσύ! "Μια οπτασία στα σκαλιά μου" σκέφτηκα. "Δεν χτύπησα" μου είπες "και μόλις έφευγα." Φοβήθηκα πως δεν με θέλεις."
Σε κοίταξα, με κοίταξες...αγκαλιαστήκαμε για πάντα!

ΔΕΝ ΒΡΗΚΑ ΤΙΤΛΟ

Κάποιες φορές
λάθος γεγονότα
συμβαίνουν στη ζωή
σου.
Αγαπάς
αγαπάς με όλη σου
την ψυχή
και παίρνεις κάτι
μόνο και μόνο
για να μην πεις οτι
έφυγες με άδεια
χέρια.
Πληγώνεσαι
και σηκώνεσαι
και ξαναπληγώνεσαι
και ξανά από την
αρχή!
Ερωτεύεσαι.
Λάθος ανθρώπους
βάζεις στη ζωή σου.
Κολλάς...
κολλάς ταμπέλες
οχι εσύ, ο άλλος,
ο άλλος σου εαυτός.
Βλέπεις μες στα μάτια
του
και νιώθεις ότι μπορεί
να σ' αγκαλιάσει
κι όμως την
αμέσως επόμενη
στιγμή
αποκλείεις
κάθε ενδεχόμενο
επαφής.
Πληγώνεσαι.
Μένεις μόνος με την
ιδέα αυτού στο
πλευρό σου.
Μη μ' αφήνεις...
Πως να μ' ακούσεις
αφού δεν με κρατάς καν.
Άφησέ με λοιπόν
Διώξε με μακριά
Πληγώνω την
εικόνα σου με το
μυαλό μου,
πως αλλιώς να σε
αφήσω να φύγεις;
Ο έρωτας είναι
παράνοια.
Ο έρωτάς μου για
'σένα είναι
καταδικασμένος
από τους άλλους
ίσως και από 'σένα...
ίσως και από 'μένα.
Ο έρωτάς μου για
'σένα θα μείνει
στο κενό...
γιατί πολύ
απλά δεν
θα το μάθεις
ποτέ.
Δεν θα γραφτεί
στην ιστορία
αλλά σίγουρα
έχει χαραχτεί
βαθειά μέσα μου
μέχρι το κόκκαλο.
Τρέμω μήπως χάσω
την ιδέα σου,
την εικόνα σου
...τρέμω μήπως νιώθεις
κι εσύ το ίδιο
...και δεν το μάθω
ΠΟΤΕ...

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Σήμερα που έβγαλα τη μικρή στο πάρκο για να παίξει άκουσα τα πουλιά να κελαηδούν σα να ήταν γιορτή. Ήθελα να σου κόψω μια μαργαρίτα να μυρίσεις που μπήκε η άνοιξη αλλά φοβήθηκα μην πονέσει και μαραθεί. Ωστόσο προσπάθησα να συγκρατήσω όσο πιο πολλά μπορούσα από τις αναμνήσεις που μου δημιούργησε η όψη της. Όταν σε συναντήσω απλώς κοίτα με στα μάτια και θα δεις...

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΠΑΝΙΕΡΑ 1

2. «Σε γνώρισα μια μέρα που όλα μου πήγαιναν στραβά. Την τελευταία στιγμή αποφάσισα να έρθω μήπως και αλλάξει η διάθεσή μου. Ήσουν γυμνή μέσα σε μια μπανιέρα με ροδοπέταλα. Ήσουν σαν όνειρο. Ενώ οι υπόλοιποι υποκλίθηκαν στο κοινό, εσύ παρέμεινες μέσα στη μπανιέρα. Κανένας δεν αντιλήφθηκε μέσα στο σκοτάδι ότι η μοντέρνα Σταχτοπούτα ήταν ακόμη εκεί.
Καθώς πήγαινα να συγχαρώ τους ηθοποιούς, έριξα μια ματιά στη σκηνή. Κάτι με ώθησε να σε πλησιάσω, κανείς δεν θα το αντιλαμβανόταν, όλοι ήταν πολύ απασχολημένοι.
Έκλαιγες με λυγμούς γυμνή ανάμεσα στα ροδοπέταλα. Σε κοιτούσα πολλή ώρα μέχρι να καταλάβεις την παρουσία μου. Με κοίταξες με τα κατακόκκινα γλυκά σου μάτια και, χωρίς να διστάσεις, μου μίλησες: «Μπες μέσα, έχει χώρο» , και μου άπλωσες το χέρι.
Υπνωτισμένος από την απαλή σου φωνή, πλησίασα περισσότερο. «Πρέπει να βγάλω και τα ρούχα μου;» σου είπα και γέλασες με την ψυχή σου. Τα μάτια σου ήταν ακόμα υγρά και το χαμόγελό σου έλαμπε. Ήσουν κάτι σαν άγγελος, όπως τους περιγράφουν τα βιβλία.
Μπήκα μέσα στη μπανιέρα και μου κρατούσες τα χέρια σαν να με ήξερες από πάντα. Δεν μιλούσαμε, απλώς κοιταζόμασταν μέσα στα μάτια. Ένιωθα πως μπορούσες να δεις την ψυχή μου. Ένιωθα πιο γυμνός από και από ‘σένα. Σε αγκάλιασα και σου χάιδεψα τα μαλλιά. Έκλαψες για πολλή ώρα. Δεν ήξερα πως μπορούσα να δεθώ έτσι με μια άγνωστη. Δεν με ένοιαζε που δεν σε γνώριζα ούτε που δεν ήξερα το λόγο που έκλαιγες. Ήθελα μόνο να είμαι δίπλα σου, να σου απαλύνω τον πόνο για να μπορέσω αργότερα να ξαναδώ το αγγελικό χαμόγελό σου.
Δέκα χρόνια δεν σε άφησα από τα μάτια μου. Ήσουν η ανάσα μου και δεν θα άντεχα να σε χάσω. Μόνο που δεν ένιωσα τον κίνδυνο που σε πλησίαζε. Δεν μπόρεσα να το διαισθανθώ.»
Ένας χρόνος είχε περάσει που η Εύη βρισκόταν σε κώμα. Ένας χρόνος γεμάτος τύψεις, θλίψη και επισκέψεις στο νοσοκομείο.
Πριν ένα χρόνο ήθελε να της κάνει έκπληξη και πήγε απροειδοποίητα στη δουλειά της να την πάρει με το αμάξι. Θα την πήγαινε σε μια ταβέρνα στη λίμνη. «Πάνο μου γιορτάζουμε τίποτα σήμερα;»
Την κοίταξε με χαμόγελο «κάθε μέρα είναι γιορτή μαζί σου αγάπη μου» της απάντησε και παρατήρησε το πρόσωπό της που ήταν πανέμορφο ακόμα και ύστερα από μια πολύ κουραστική μέρα.
Το σκυλάκι ήταν από ώρα στο δρόμο αλλά. όταν ο Πάνος γύρισε το βλέμμα του, ήταν πλέον αργά για να φρενάρει. Το αμάξι αναποδογύριζε για αρκετή ώρα μέχρι που το σταμάτησε ένα δέντρο. Πριν τυλιχτεί στις φλόγες, ο Πάνος κατάφερε, παρ’ όλο που ήταν βαριά πληγωμένος, να βγάλει έξω την Εύη. Όμως η ζημιά είχε γίνει…
«Δεν ήξερα αγάπη μου. Με θάμπωσε η ομορφιά σου, όπως και κάθε μέρα. Δέκα χρόνια τώρα κάθε φορά που σε κοιτάω μαγνητίζομαι. Συγχώρεσέ με ψυχή μου, ανάσα μου… τριανταφυλλένια μου.»
Έκλαψε μέχρι που τον πήρε ο ύπνος πάνω στο χέρι της. Ξύπνησε λίγες ώρες μετά γιατί είδε στο όνειρό του πως έβρεχε ροδοπέταλα και ότι του τραβούσε το χέρι η Εύη. Πριν προλάβει να συνέλθει είδε το χέρι της να κουνιέται. Άρχισε να φωνάζει για να έρθει ο γιατρός. Η πιο όμορφη κουβέντα που είχε ακούσει ένα χρόνο τώρα:«Ως από θαύμα έχει αρχίσει να συνέρχεται.» είπε η ευγενική νοσοκόμα. Την αγκάλιασε πάνω στη χαρά του και έκλαψε σαν μικρό παιδί.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΠΑΝΙΕΡΑ 2


1. Γύρισε στο σπίτι αργά το απόγευμα ύστερα από μια πολύ κουραστική μέρα. Όλο το βράδυ δεν είχε κλείσει μάτι. Ξυπνούσε ιδρωμένη από φριχτούς εφιάλτες. Όταν χτύπησε το ξυπνητήρι ήταν ήδη ξύπνια με πρησμένα μάτια.
Όλη τη μέρα σκεφτόταν τη στιγμή που θα γυρνούσε στο σπίτι και θα έπεφτε στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Ήθελε να του διηγηθεί τα όνειρα που τη βασάνιζαν όλο το βράδυ και να του πει τα νέα της.
Όταν έφτασε σπίτι άκουσε το νερό να τρέχει στο μπάνιο. Έβαλε λίγο κόκκινο κρασί και βυθίστηκε στην πολυθρόνα. Ξύπνησε μετά από άλλον ένα εφιάλτη. Έβλεπε πως βρισκόταν στην αυλή ενός σπιτιού και την πλησίαζε από μακριά ο Φώτης με ένα άσπρο κοστούμι. Ξαφνικά έπιασε μια μπόρα, μόνο που η βροχή ήταν κόκκινη και λέρωσε το κοστούμι του.
Ήπιε μονορούφι το κρασί που είχε δίπλα της και κοίταξε το ρολόι. Είχαν περάσει ήδη σαράντα λεπτά από την ώρα που αποκοιμήθηκε. Το νερό ακόμα ακουγόταν από το μπάνιο. Πλησίασε και χτύπησε την πόρτα. «Φώτη είσαι μέσα; Τι κάνεις τόση ώρα; Φώτη;»
Την έπιασε κρύος ιδρώτας. Άνοιξε την πόρτα και έτρεξε προς την μπανιέρα που είχε ξεχειλίσει. Έβαλε τις φωνές και προσπάθησε να τον βγάλει έξω. Ήταν κατάχλωμος και βυθισμένος στο κατακόκκινο από το αίμα του νερό.
Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Είχε δει σε μια ταινία κάποιον να δένει τις κομμένες φλέβες με κάλτσες και αποφάσισε να το κάνει και αυτή αφού πρώτα κάλεσε ασθενοφόρο.
Δυο μήνες πριν το περιστατικό της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί όμως η Μαίρη δεν ένοιωθε έτοιμη. Έτσι αποφάσισαν να συνεχίσουν τη συγκατοίκηση μέχρι να αποφασίσουν πως θα συνέχιζαν τη ζωή τους.
Εκείνο το βράδυ της είχε δώσει τελεσίγραφο: ή θα τον παντρευόταν ή θα χώριζαν. Ύστερα από ένα μεγάλο καυγά αυτή σηκώθηκε και έφυγε. Είχε νιώσει πολύ πιεσμένη. Γύρισε αργά το βράδυ όταν αυτός είχε ήδη κοιμηθεί, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ο Φώτης την είχε ακούσει να μπαίνει στο δωμάτιο στις μύτες των ποδιών της. «Αν ήθελε πραγματικά να τα βρούμε θα με είχε ξυπνήσει.» σκέφτηκε.
Μετά τους φριχτούς εφιάλτες, η Μαίρη πήγε ξάγρυπνη στη δουλειά και όλη μέρα προσπαθούσε να συγκεντρωθεί αλλά δεν τα κατάφερε. «Αφού με αγαπάει και τον αγαπάω, τι είναι αυτό που με εμποδίζει να δεχτώ την πρότασή του;» σκέφτηκε. Έβγαλε το δαχτυλίδι που είχε δυο μήνες κρεμασμένο στο λαιμό της και το πέρασε στο δάχτυλό της. Είχε πάρει την απόφασή της και θα του την ανακοίνωνε μόλις γυρνούσε.
Περίμενε με αγωνία στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου όταν οι γιατροί της είπαν ότι είχε προλάβει να τον σώσει και ότι μπορούσε να τον δει καθώς είχε βρει τις αισθήσεις του.
Άνοιξε τα μάτια του και μόλις την αντίκρισε έβαλε τα κλάματα. Η Μαίρη δακρυσμένη του χάιδεψε τα μαλλιά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον κοίταξε κατάματα. «Το ξέρω ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή αλλά θέλω να σου πω πως σε αγαπάω…»
«Και εγώ σε αγαπάω» της είπε αυτός αδύναμα. Η Μαίρη ακούμπησε τα δάχτυλά της στα χείλη του. « Άφησέ με να τελειώσω. Όταν γύρισα από τη δουλειά ήμουν έτοιμη να σου ανακοινώσω ότι ήθελα να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου.»
Την κοιτούσε απορημένος αν και βαθιά μέσα του ένιωθε την κατάληξη.
«Σήμερα προσπάθησες να βάλεις τέλος στη ζωή σου και δεν τα κατάφερες γιατί ήμουν εκεί δίπλα σου και ήμουν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέσης μας. Κόβοντας τις φλέβες σου όμως ίσως δεν υπολόγισες ότι έκοβες και εμένα.»
Έβγαλε το δαχτυλίδι και το άφησε στο τραπεζάκι. Ο Φώτης προσπάθησε να της σφίξει το χέρι αλλά δεν τα κατάφερε, ήταν πολύ αδύναμος ακόμα. Καθώς πλησίαζε προς την πόρτα, γύρισε το κεφάλι της και τον είδε να κλαίει με λυγμούς. «Να προσέχεις.» του είπε και έφυγε.
Μετά από πέντε περίπου χρόνια τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν κάπου στον δρόμο. Αγκαλιάστηκαν και αντάλλαξαν χαμογελαστοί μερικές αμήχανες κουβέντες. Της έπιασε το χέρι. «Μαίρη…συγνώμη» της είπε βουρκωμένος. Αυτή τον φίλησε στην ουλή που είχε ακόμα στο εσωτερικό του χεριού του και χάθηκε στο πλήθος.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Από τα κόκκαλα βγαλμένες!

Καλλίγραμες μορφές από τα κόκαλα βγαλμένες
περπατούν άτσαλα σε μια δοκό αν-ισορροπίας και ανασφάλειας.
Φορούν τα πέπλα της εμπορικής απομόνωσης.
Στρατιωτάκια της ανορεξίας χαμογελούν αβέβαια προς το κενό
κάνοντας διατάσεις πάνω σε γεμάτες τσέπες.
Για να ανέβεις ψηλά πρέπει να τα δώσεις όλα...ΟΛΑ
ό,τι έχεις και δεν έχεις.
Ας κάνουμε μια φιλανθρωπία συναισθημάτων για σας χάρτινα πλάσματα
μήπως και πάρουν διαστάσεις οι μορφές σας.
Η ομορφιά είναι μέσα πιτσιρίκες...